Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αντίδωρο τα αντίδωρα
      γενική του αντίδωρου των αντίδωρων
    αιτιατική το αντίδωρο τα αντίδωρα
     κλητική αντίδωρο αντίδωρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
καλάθι με αντίδωρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αντίδωρο < (ελληνιστική κοινήἀντίδωρον < αρχαία ελληνική ἀντί + δῶρον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αντίδωρο ουδέτερο

  1. (θρησκεία) κομμάτι από αγιασμένο πρόσφορο που δίνεται από τον ιερέα στους πιστούς μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας
  2. (σπάνιο) (λόγιο) δώρο που δίνεται σε ανταπόδοση άλλου δώρου
     συνώνυμα: αντιδωρεά, ανταμοιβή
  3. (μεταφορικά) κομματάκι, μπουκιά

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία