Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πρόσφορο πρόσφορα
γενική πρόσφορου πρόσφορων
αιτιατική πρόσφορο πρόσφορα
κλητική πρόσφορο πρόσφορα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρόσφορο < προσφορά < προσφέρω < προς + φέρω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρόσφορο ουδέτερο

  1. είδος ψωμιού, με σχεδιασμένα ειδικά χριστιανικά σύμβολα, που προσφέρουν οι πιστοί στην εκκλησία για να χρησιμοποιηθεί σαν αντίδωρο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

πρόσφορο ουδέτερο

  1. πρόσφορος, στην αιτιατική του ενικού
  2. ουδέτερο του πρόσφορος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού