Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανθρακούχος < άνθρακας + -ούχος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανθρακούχος

  1. που περιέχει άνθρακα
  2. που περιέχει ανθρακικό
    ανθρακούχο ποτό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία