Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αδιανόητος η αδιανόητη το αδιανόητο
      γενική του αδιανόητου της αδιανόητης του αδιανόητου
    αιτιατική τον αδιανόητο την αδιανόητη το αδιανόητο
     κλητική αδιανόητε αδιανόητη αδιανόητο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αδιανόητοι οι αδιανόητες τα αδιανόητα
      γενική των αδιανόητων των αδιανόητων των αδιανόητων
    αιτιατική τους αδιανόητους τις αδιανόητες τα αδιανόητα
     κλητική αδιανόητοι αδιανόητες αδιανόητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδιανόητος < αρχαία ελληνική ἀδιανόητος < ἀ- στερητικό + διανοοῦμαι + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αδιανόητος -η -ο

  • που είναι τόσο παράλογος, εξωφρενικός και απαράδεκτος ώστε δεν μπορούμε καν να το σκεφτούμε, δεν τον χωράει το μυαλό μας
είναι αδιανόητο να υπάρχουν σήμερα παιδιά που πεθαίνουν από πείνα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία