Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδιάσπαστος < α- στερητικό + διασπώ + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αδιάσπαστος -η -ο

  1. αυτός που δεν μπορεί να διασπασθεί ή διαιρεθεί
  2. αυτός που τα μέρη που τον αποτελούν δεν μπορούν να έρθουν σε αντίθεση μεταξύ τους
    • αδιάσπαστη ενότητα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία