Ελληνικά (el) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγγειοτενσίνη < (αγγείο) αγγειο- + τενσίνη • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγγειοτενσίνη θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία