Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπέρταση < υπερ- + τάση

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπέρταση θηλυκό

  1. (ιατρική) η μεγαλύτερη από το κανονικό αρτηριακή πίεση
  2. (ηλεκτρισμός) η μεγαλύτερη από το κανονικό τάση σε ένα ηλεκτρικό δίκτυο
    παρά τη λήψη όλων των δυνατών μέτρων από τη ΔΕΗ είναι αντικειμενικά και πρακτικά αδύνατο να αποκλεισθεί εντελώς η εμφάνιση διαταραχών της τάσης (μειώσεις της τάσης, υπερτάσεις, διακοπές βραχείας ή μακράς διάρκειας κ.λπ.) (από το δικτυακό τόπο της ΔΕΗ)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία