Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αβρός < αρχαία ελληνική ἁβρός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αβρός -ή -ό

  1. απαλός, μαλακός
  2. ευγενικός, με λεπτούς τρόπους
  3. χαριτωμένος, όμορφος
  4. (για πράγματα) λαμπρός, «αβρόν στέφανον» (Πίνδαρος)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία