Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αέναος < αρχαία ελληνική ἀέναος < ἀεί + νάω (ρέω)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αέναος -η -ο

  1. που δεν παύει ποτέ να ρέει, να τρέχει
  2. (γενικότερα) που δεν σταματά, ασταμάτητος, αδιάκοπος


  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία