Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Παλαιολόγος οι Παλαιολόγοι
      γενική του Παλαιολόγου των Παλαιολόγων
    αιτιατική τον Παλαιολόγο τους Παλαιολόγους
     κλητική Παλαιολόγε Παλαιολόγοι
Ονοματεπώνυμα - Κατηγορία όπως «Παλαιολόγος (δρόμος)» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Παλαιολόγος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Παλαιολόγος

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Παλαιολόγος αρσενικό (θηλυκό Παλαιολόγου)

ΜεταγραφέςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Παλαιολόγος < παλαιο- + λόγος

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Παλαιολόγος αρσενικό (θηλυκό Παλαιολογίνα)

ΜεταγραφέςΕπεξεργασία