Δείτε επίσης: καραγκιόζης

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο Καραγκιόζης οι Καραγκιόζηδες
      γενική του Καραγκιόζη των Καραγκιόζηδων
    αιτιατική τον Καραγκιόζη τους Καραγκιόζηδες
     κλητική Καραγκιόζη Καραγκιόζηδες
όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Καραγκιόζης < τουρκική Karagöz < καρα- / kara (μαύρος) + göz (μάτι)

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Καραγκιόζης αρσενικό

  1. ήρωας του θεάτρου σκιών
  2. (συνεκδοχικά) το τουρκικό ή ελληνικό θέατρο σκιών
  3. (συνεκδοχικά) μια παράσταση θεάτρου σκιών
  4. ανδρικό επώνυμο, (θηλυκό: Καραγκιόζη)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΜεταγραφέςΕπεξεργασία

για επώνυμο:

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία