Γερμανικά (de) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός 1 πληθυντικός 2
ονομαστική das Wort die Wörter die Worte
γενική des Wort(e)s der Wörter der Worte
δοτική dem Wort(e) den Wörtern den Worten
αιτιατική das Wort die Wörter die Worte

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Wort < συγγενές με το αγγλικό word και το ολλανδικό woord

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Wort 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Wort (de) ουδέτερο

  • η λέξη, ο λόγος. (Πληθυντικός 1:) οι λέξεις, (Πληθυντικός 2:) τα λόγια

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Ein Bild sagt mehr als tausend Worte. - Μια εικόνα, χίλιες λέξεις.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία