Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το απόφθεγμα τα αποφθέγματα
      γενική του αποφθέγματος των αποφθεγμάτων
    αιτιατική το απόφθεγμα τα αποφθέγματα
     κλητική απόφθεγμα αποφθέγματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απόφθεγμα < ἀπόφθεγμα < ἀποφθέγγομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

απόφθεγμα ουδέτερο

  • σύντομη παρατήρηση για μια γενική αλήθεια, τρόπο συμπεριφοράς ή βασική αρχή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία