Ετυμολογία

επεξεργασία
-λόι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική -λόγιν με αποβολή του [ʝ] που όμως διατηρείται μερικές φορές στην κλίση < ελληνιστική κοινή -λόγιον < αρχαία ελληνική λόγος < λέγω[1]

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈlo.i/
τυπογραφικός συλλαβισμός: -λό‐ι

  Επίθημα

επεξεργασία

-λόι ουδέτερο (περιληπτικό)

Δείτε επίσης

επεξεργασία
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -λόι τα -λόγια
      γενική του -λογιού των -λογιών
    αιτιατική το -λόι τα -λόγια
     κλητική -λόι -λόγια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κλίση με δεύτερο θέμα που διατηρεί το <γ> όπως το ρολόι.
Κατηγορία όπως «τσάι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -λόι τα -λόια
      γενική του -λοϊού των -λοϊών
    αιτιατική το -λόι τα -λόια
     κλητική -λόι -λόια
Οι καταλήξεις -ϊού, -ια, -ϊών προφέρονται ως δίφθογγοι.
Και σπάνια, παρωχημένη γραφή χωρίς το <γ> όπως το ρολόι.
Κατηγορία όπως «ρολόι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το -λόι τα -λόια
      γενική
    αιτιατική το -λόι τα -λόια
     κλητική -λόι -λόια
Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση.
Κλίση χωρίς δεύτερο θέμα, χωρίς γενικές πτώσεις, όπως το ανθρωπολόι.
Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία