Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὠκύπους ὠκύπους ὠκύπουν ὠκύποδες ὠκύποδες ὠκύποδ
Γενική ὠκύποδος/
(ὠκύπου)
ὠκύποδος/
(ὠκύπου)
ὠκύποδος/
(ὠκύπου)
ὠκυπόδων ὠκυπόδων ὠκυπόδων
Δοτική ὠκύποδ ὠκύποδ ὠκύποδ ὠκύποσῐ(ν) ὠκύποσῐ(ν) ὠκύποσῐ(ν)
Αιτιατική ὠκύπουν/
ὠκύποδ
ὠκύπουν/
ὠκύποδ
ὠκύπουν ὠκύποδᾰς ὠκύποδᾰς ὠκύποδ
Κλητική ὠκύπου(ς) ὠκύπου(ς) ὠκύπουν ὠκύποδες ὠκύποδες ὠκύποδ
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ὠκύποδε ὠκύποδε
Γενική-Δοτική ὠκυπόδοιν ὠκυπόδοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὠκύπους < ὠκύς + πούς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ὠκύπους, ους, ουν (στην ποίηση και ὠκύπος,ος,ον, δοτική πλ. ὠκυπόδεσσι)

  1. ο γρήγορος στο τρέξιμο (συχνότερα για τα άλογα, όχι όμως αποκλειστικά για εκείνα)
    εὖ δέ τις ἵπποισιν δεῖπνον δότω ὠκυπόδεσσιν
    ἐν στρατοπέδῳ. περὶ δὲ τῶν ἄλλων διηγεῖσθαι τοὺς φιλοσόφους, ὠκύποδάς τε ἱστοροῦντας ἵππων
    ὠκύπους ἀγών
  2. επίθετο του Ερμή

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία