Δείτε επίσης: ύλη

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ῡλα-
ονομαστική ὕλη αἱ ὗλαι
      γενική τῆς ὕλης τῶν ὑλῶν
      δοτική τῇ ὕλ ταῖς ὕλαις
    αιτιατική τὴν ὕλην τὰς ὕλᾱς
     κλητική ! ὕλη ὗλαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὕλ
γεν-δοτ τοῖν  ὕλαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι μακρό.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'νίκη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὕλη < άγνωστης ετυμολογίας. Δεν ευσταθεί προτεινόμενη σύνδεση με λέξεις που σημαίνουν 'δάσος'όπως η λατινική silva [1] (? πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *swel-, *sel-)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈhy̌ː.lɛː/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὕλη θηλυκό

  1. το δάσος, τα δέντρα που δεν φέρουν καρπούς
    ὑλαῖα ήθη (ο τρόπος ζωής στα δάση, ο άγριος)
    ...τὰ δένδρα καὶ ὕλη (δέντρα με καρπούς και δέντρα για ξυλεία)
  2. η ξυλεία
    ὕλη ναυπηγησίμη
    ὕλη οἰκοδομική
  3. το υλικό από το οποίο είναι κατασκευασμένα, πλασμένα διάφορα αντικείμενα (όχι όμως συνήθως τα μεταλλικά) ή δημιουργίες (π.χ. ποίηση)
    ὕλη τραγική, ποιητικαὶ ὗλαι
    ὕλη ἰατρική
    ὕλη τῶν ἐμπυημάτων (εκκρίσεις, πύο)
  4. (φιλοσοφία) ό,τι γεννιέται και πεθαίνει, σε αντιδιαστολή προς την ψυχή και το είδος
    ὕλη ἐστί τὸ ὑποκείμενον γενέσεως καὶ φθορᾶς δεκτικόν χρειάζεται παράθεμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
ὑλ- 

και

Δε σχετίζεται το ὑλάω (γαυγίζω)

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία