Δείτε επίσης: ύλη

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὕλη ὕλα ὗλαι
Γενική ὕλης ὕλαιν ὑλῶν
Δοτική ὕλ ὕλαιν ὕλαις
Αιτιατική ὕλην ὕλα ὕλας
Κλητική ὕλη ὕλα ὗλαι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὕλη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *swel- (δάσος) (συγγενές με το λατινικό silva, το νορβηγικό søyla και το περσικό گيلان: Gilān)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈhy̌ː.lɛː/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὕλη

  1. το δάσος, τα δέντρα που δεν φέρουν καρπούς
    ὑλαῖα ήθη (ο τρόπος ζωής στα δάση, ο άγριος)
    ...τὰ δένδρα καὶ ὕλη (δέντρα με καρπούς και δέντρα για ξυλεία)
  2. η ξυλεία
    ὕλη ναυπηγησίμη
    ὕλη οἰκοδομική
  3. το υλικό από το οποίο είναι κατασκευασμένα, πλασμένα διάφορα αντικείμενα (όχι όμως συνήθως τα μεταλλικά) ή δημιουργίες (π.χ. ποίηση)
    ὕλη τραγική, ποιητικαὶ ὗλαι
    ὕλη ἰατρική
    ὕλη τῶν ἐμπυημάτων (εκκρίσεις, πύο)
  4. (φιλοσοφία) ό,τι γεννιέται και πεθαίνει, σε αντιδιαστολή προς την ψυχή και το είδος
    ὕλη ἐστί τὸ ὑποκείμενον γενέσεως καὶ φθορᾶς δεκτικόν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • ὑλικός, ὑλική, ὑλικόν
  • ὑλαστής (ξυλοφάγο έντομο) hylastes
  • ὑλήεις-εσσα-εν (δασώδης, σύδενδρος)
  • ὁ, ἡ ὑλώδης, το ὑλῶδες
  • Ὑλαῖος , ο Κένταυρος που αποπειράθηκε να βιάσει την Αταλάντη
  • Ὓλη ορεινή πολίχνη της Βιωτίας, κοντά στην Ὑλική λίμνη
  • ὑλαῖος,α, ον (δασικός, άγριος)
  • Ὑλαία, η σημερινή Ουκρανία που τότε ήταν ιδιαίτερα δασώδης
  • ὑλοτομία
  • ὑλοτόμος (ο ξυλοκόπος)
  • ὑλότομος (αυτός που τεμαχίζεται σε δάσος)
  • το ὑλότομον (φυτό ειδικά για ερωτικά φίλτρα)
  • ὑλωρός (ὕλη + οὖρος) ο δασοφύλακας
  • ὑλοκόμος (σκεπασμένος με δέντρα)
  • ὑλοδρόμος (αυτός που διατρέχει τα δάση)
  • ὑλαγωγός
  • ὑλαγωγέω (μεταφέρω ξυλεία)