Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τὸ δένδρον τὰ δένδρ
      γενική τοῦ δένδρου τῶν δένδρων
      δοτική τῷ δένδρ τοῖς δένδροις
    αιτιατική τὸ δένδρον τὰ δένδρ
     κλητική ! δένδρον δένδρ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δένδρω
γεν-δοτ τοῖν  δένδροιν
2η κλίση, Κατηγορία όπως «τέκνον» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δένδρον < κατά πάσα πιθανότητα από τη λέξη δρῦς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

το δένδρον και το δένδρεον

  1. οι περισσότεροι αρχαίοι συγγραφείς εννοούσαν τη λέξη δένδρα και δένδρεα όπως εννοούμε τη λέξη δέντρο και σήμερα
    τὰ γὰρ δὴ ἄλλα δένδρεα οὐδὲ πειρᾶται ἀρχὴν φέρειν, οὔτε συκέην οὔτε ἄμπελον οὔτε ἐλαίην.
    καρποὺς δὲ ἀπὸ δενδρέων ἐξευρημένους
    δένδρον ἐλάας
  2. πιθανόν κάποιοι να έλεγαν δέντρα μόνον όσα έφεραν βρώσιμους καρπούς, σε αντιδιαστολή προς την ὕλη, λέξη που οι ίδιοι χρησιμοποιούσαν για όσα δέντρα ήταν χρήσιμα αποκλειστικά για την ξυλεία τους
    καὶ κόπτοντες τὰ δένδρα καὶ ὕλην...

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία