Δείτε επίσης: υπενδύτης, επενδυτής, ἐπενδύτης, επενδύτης

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ῠπενδῠτα-
ονομαστική ὑπενδύτης οἱ ὑπενδύται
      γενική τοῦ ὑπενδύτου τῶν ὑπενδυτῶν
      δοτική τῷ ὑπενδύτ τοῖς ὑπενδύταις
    αιτιατική τὸν ὑπενδύτην τοὺς ὑπενδύτᾱς
     κλητική ! ὑπενδύτ ὑπενδύται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ὑπενδύτ
γεν-δοτ τοῖν  ὑπενδύταιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία όπως «τοξότης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὑπενδύτης < ὑπενδύ(ω) + -της < ὑπ- + αρχαία ελληνική ἐνδύω < ἐν- + δύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὑπενδύτης (δῠ) αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «υπενδύτης» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)

  ΠηγέςΕπεξεργασία