Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἐνδύω < ἐν + δύω

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἐνδύω (και ἐνδύνω, ἐνδυνέω/ἐνδυνῶ)

  1. εισχωρώ, μπαίνω (κάπου)
  2. βυθίζομαι (μέσα σε κάτι)
  3. ντύνω
  4. φοράω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία