Δείτε επίσης: ηλιακός

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἡλιακός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή ἡλιακός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἡλιακός

  1. που σχετίζεται ή αναφέρεται στον ήλιο
  2. προσήλιος

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική ἡλιακός ἡλιακή τὸ ἡλιακόν
      γενική τοῦ ἡλιακοῦ τῆς ἡλιακῆς τοῦ ἡλιακοῦ
      δοτική τῷ ἡλιακ τῇ ἡλιακ τῷ ἡλιακ
    αιτιατική τὸν ἡλιακόν τὴν ἡλιακήν τὸ ἡλιακόν
     κλητική ! ἡλιακέ ἡλιακή ἡλιακόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ ἡλιακοί αἱ ἡλιακαί τὰ ἡλιακᾰ́
      γενική τῶν ἡλιακῶν τῶν ἡλιακῶν τῶν ἡλιακῶν
      δοτική τοῖς ἡλιακοῖς ταῖς ἡλιακαῖς τοῖς ἡλιακοῖς
    αιτιατική τοὺς ἡλιακούς τὰς ἡλιακᾱ́ς τὰ ἡλιακᾰ́
     κλητική ! ἡλιακοί ἡλιακαί ἡλιακᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ ἡλιακώ τὼ ἡλιακᾱ́ τὼ ἡλιακώ
      γεν-δοτ τοῖν ἡλιακοῖν τοῖν ἡλιακαῖν τοῖν ἡλιακοῖν
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'καλός' όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἡλιακός (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἥλι(ος) + -ακός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἡλιακός, -ή, -όν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία