Δείτε επίσης: απόστροφος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀπόστροφος < (ἀποστρέφω) ἀποστροφ- • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἀπόστροφος τὸ ἀπόστροφον οἱ, αἱ ἀπόστροφοι τὰ ἀπόστροφα
Γενική τοῦ, τῆς ἀποστρόφου τοῦ ἀποστρόφου τῶν ἀποστρόφων τῶν ἀποστρόφων
Δοτική τῷ, τῇ ἀποστρόφῳ τῷ ἀποστρόφῳ τοῖς, ταῖς ἀποστρόφοις τοῖς ἀποστρόφοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἀπόστροφον τὸ ἀπόστροφον τοὺς, τὰς ἀποστρόφους τὰ ἀπόστροφα
Κλητική ἀπόστροφε ἀπόστροφον ἀπόστροφοι ἀπόστροφα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀποστρόφω
Γενική-Δοτική ἀποστρόφοιν

ἀπόστροφος αρσενικό ή θηλυκό, ἀπόστροφον ουδέτερο

  1. που έχει στραφεί αλλού
  2. απομακρυσμένος
  3. (ελληνιστική σημασία) αποτρόπαιος, φοβερός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀπόστροφος ουδέτερο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀπόστροφος θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  1. αποστροφή
  2. (γραμματική) η απόστροφος
  3. (θέατρο, κωμωδία) η στροφή του χορού στην παράβαση

  ΠηγέςΕπεξεργασία