Δείτε επίσης: απόστροφος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ ἀπόστροφος τὸ ἀπόστροφον οἱ, αἱ ἀπόστροφοι τὰ ἀπόστροφα
Γενική τοῦ, τῆς ἀποστρόφου τοῦ ἀποστρόφου τῶν ἀποστρόφων τῶν ἀποστρόφων
Δοτική τῷ, τῇ ἀποστρόφῳ τῷ ἀποστρόφῳ τοῖς, ταῖς ἀποστρόφοις τοῖς ἀποστρόφοις
Αιτιατική τὸν, τὴν ἀπόστροφον τὸ ἀπόστροφον τοὺς, τὰς ἀποστρόφους τὰ ἀπόστροφα
Κλητική ἀπόστροφε ἀπόστροφον ἀπόστροφοι ἀπόστροφα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική ἀποστρόφω
Γενική-Δοτική ἀποστρόφοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀπόστροφος < ἀποστρέφω

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ἀπόστροφος αρσενικό ή θηλυκό, ἀπόστροφον ουδέτερο

  1. που έχει στραφεί αλλού
  2. απομακρυσμένος
  3. (ελληνιστική κοινή) αποτρόπαιος, φοβερός
  4. (ουσιαστικοποιημένο) τὰ ἀπόστροφα: τα απομακρυσμένα μέρη
  5. (ουσιαστικοποιημένο) ἡ ἀπόστροφος:
    1. (ελληνιστική κοινή) αποστροφή
    2. (γραμματική) (ελληνιστική κοινή) απόστροφος
    3. (θέατρο) (ελληνιστική κοινή) (κωμωδία) (η στροφή του χορού στην) παράβαση