Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ἀγκών ἀγκῶνε ἀγκῶνες
Γενική ἀγκῶνος ἀγκώνοιν ἀγκώνων
Δοτική ἀγκῶνι ἀγκώνοιν ἀγκῶσι(ν)
Αιτιατική ἀγκῶνα ἀγκῶνε ἀγκῶνας
Κλητική ἀγκών ἀγκῶνε ἀγκῶνες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀγκών < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂enǵʰ-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀγκών αρσενικό

  1. (ανατομία) αγκώνας
  2. γωνία, καμπή
  3. είδος αγγείου
  4. (μουσική) τα κυρτά κέρατα της κιθάρας