Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Χερούλι πόρτας
 
Τηγάνι με μαύρο χερούλι
 
Πλαστικός κουβάς με χερούλι


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χερούλι τα χερούλια
      γενική του χερουλιού των χερουλιών
    αιτιατική το χερούλι τα χερούλια
     κλητική χερούλι χερούλια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χερούλι < μεσαιωνική ελληνική χερούλι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χερούλι ουδέτερο

  1. τμήμα αντικειμένου που προεξέχει και διευκολύνει το πιάσιμο αλλά δεν αποτελεί ομοιόμορφη, με το υπόλοιπο αντικείμενο, προέκταση
    έφυγε το χερούλι της βαλίτσας

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία