Δείτε επίσης: Manche

Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

manche 

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

ενικός πληθυντικός
manche manches

manche (fr) αρσενικό

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

ενικός πληθυντικός
manche manches

manche (fr) θηλυκό

  1. το μανίκι
    lève tes manches avant de te mettre au boulot !
    σήκωσε τα μανίκια σου προτού αρχίσεις τη δουλειά!