Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χειράμαξα οι χειράμαξες
      γενική της χειράμαξας των χειραμαξών
    αιτιατική τη χειράμαξα τις χειράμαξες
     κλητική χειράμαξα χειράμαξες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χειράμαξα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χειράμαξα θηλυκό

  1. το καρότσι


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

γενικάΕπεξεργασία
μεταφοράς υλικώνΕπεξεργασία
μεταφοράς προσώπωνΕπεξεργασία