Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

χειράμαξες θηλυκό

  1. χειράμαξα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού