Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χαρτωσιά οι χαρτωσιές
      γενική της χαρτωσιάς των χαρτωσιών
    αιτιατική τη χαρτωσιά τις χαρτωσιές
     κλητική χαρτωσιά χαρτωσιές
όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαρτωσιά < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαρτωσιά θηλυκό

  1. στα παιχνίδια με τραπουλόχαρτα είναι και η διαδικασία κατά την οποία κάθε παίκτης ρίχνει από ένα τραπουλόχαρτο στο τραπέζι και το σύνολο αυτων των τραπουλόχαρτων
    • δεν έχεις παίξει ακόμα σε αυτήν τη χαρτωσια
    • πήρε την τελευταία χαρτωσιά

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία