Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τραπουλόχαρτο τα τραπουλόχαρτα
      γενική του τραπουλόχαρτου των τραπουλόχαρτων
    αιτιατική το τραπουλόχαρτο τα τραπουλόχαρτα
     κλητική τραπουλόχαρτο τραπουλόχαρτα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραπουλόχαρτο < τράπουλα + -ο- + χαρτί + -ο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τραπουλόχαρτο ουδέτερο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία