Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο χαμηλότερος η χαμηλότερη το χαμηλότερο
      γενική του χαμηλότερου της χαμηλότερης του χαμηλότερου
    αιτιατική τον χαμηλότερο τη χαμηλότερη το χαμηλότερο
     κλητική χαμηλότερε χαμηλότερη χαμηλότερο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι χαμηλότεροι οι χαμηλότερες τα χαμηλότερα
      γενική των χαμηλότερων των χαμηλότερων των χαμηλότερων
    αιτιατική τους χαμηλότερους τις χαμηλότερες τα χαμηλότερα
     κλητική χαμηλότεροι χαμηλότερες χαμηλότερα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαμηλότερος < συγκριτικός βαθμός του χαμηλός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χαμηλότερος, -η, -ο

  1. που είναι πιο χαμηλός
  2. που βρίσκεται πιο χαμηλά

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία