Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το φριξονέρι τα φριξονέρια
      γενική του φριξονεριού των φριξονεριών
    αιτιατική το φριξονέρι τα φριξονέρια
     κλητική φριξονέρι φριξονέρια
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φριξονέρι < φρίττω (αόριστος: έφριξα) + -ο- + νερό +

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φριξονέρι ουδέτερο

  1. (λαογραφία) (θρησκεία) νερό που έχει καθαγιαστεί (με την εμβάπτιση σ’ αυτό ιερών λειψάνων ή άλλους τρόπους και πιστεύεται ότι έχει θεραπευτικές και ιαματικές ιδιότητες)
  2. (λαογραφία) έκχυμα ρίζας ελλέβορου που πιστεύεται ότι καταπραΰνει τη φρίκη της λεχώνας και τη θωρακίζει από τη βασκανία από κακό μάτι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία