Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φιλόφρων
φιλόφρονας
η φιλόφρων το φιλόφρον
      γενική του φιλόφρονος
φιλόφρονα
της φιλόφρονος του φιλόφρονος
    αιτιατική τον φιλόφρονα τη φιλόφρονα το φιλόφρον
     κλητική φιλόφρων
φιλόφρονα
φιλόφρων φιλόφρον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φιλόφρονες οι φιλόφρονες τα φιλόφρονα
      γενική των φιλοφρόνων των φιλοφρόνων των φιλοφρόνων
    αιτιατική τους φιλόφρονες τις φιλόφρονες τα φιλόφρονα
     κλητική φιλόφρονες φιλόφρονες φιλόφρονα
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
ομάδα '-ων-ονας', Κατηγορία όπως «μετριόφρων» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φιλόφρων < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φιλόφρων < φιλό- + -φρων (φρήν)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

φιλόφρων, -ων, -ον

  • ο ευγενικός, ο περιποιητικός, που συμπεριφέρεται με φιλοφροσύνη
    ※  καθ’ όλην την διάρκειαν του μποέμικου δείπνου μας, μας έτερπεν εκ καρδίας, τόσον αγαθός, και τόσον φιλόφρων δεικνυόμενος, αυτός ο τόσον άγριος ο τόσον απότομος συνήθως (ο λογοτέχνης Δημήτριος Χατζόπουλος για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

→ και δείτε τις λέξεις φίλος και φρένες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φιλόφρων < φιλό- + -φρων (φρήν)

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία