Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπεράσπιση οι υπερασπίσεις
      γενική της υπεράσπισης
& υπερασπίσεως
των υπερασπίσεων
    αιτιατική την υπεράσπιση τις υπερασπίσεις
     κλητική υπεράσπιση υπερασπίσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπεράσπιση < υπερασπίζω {{ετυ++

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.pɛ.ˈɾa.spi.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

υπεράσπιση θηλυκό, μόνο στον ενικό

  1. η προστασία και η υποστήριξη έναντι κάποιου κινδύνου ή απειλής
     συνώνυμα: προάσπιση
    η υπεράσπιση των θεσμών
  2. (νομική) η συνηγορία στο δικαστήριο υπέρ ενός κατηγορουμένου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία