Arrows blue.png Δείτε επίσης: ὑπαίτιος

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

υπαίτιος < αρχαία ελληνική ὑπαίτιος < ὑπό και αἰτία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

υπαίτιος

  • Αυτός που ευθύνεται για κάτι. Χρησιμοποιείται συνήθως με αρνητική έννοια.
Ο υπαίτιος της καταστροφής.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία