Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

τόλμα



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική τόλμ αἱ τόλμαι
      γενική τῆς τόλμης τῶν τολμῶν
      δοτική τῇ τόλμ ταῖς τόλμαις
    αιτιατική τὴν τόλμᾰν τὰς τόλμᾱς
     κλητική ! τόλμ τόλμαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  τόλμ
γεν-δοτ τοῖν  τόλμαιν
1η κλίση, ομάδα 'γλῶσσα', Κατηγορία 'δόξα' όπως «δόξα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τόλμα < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τόλμα θηλυκό

  • τόλμη (Χρειάζεται επεξεργασία)

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
τολμ- 

  ΠηγέςΕπεξεργασία