Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τραπεζοειδής < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τραπεζοειδής, -ής, -ές

  1. (λόγιο) που είναι επίπεδος (όπως η επιφάνεια των τραπεζιών)
    […] ἡ τραπεζοειδὴς χώρα τῆς Παταγονίας […] ἀρχίζει ὀλίγον βορείως τοῦ Ρίο Κολοράδο (από την Παγκόσμιον Γεωγραφίαν του Κλ. Λάκωνος (επιμ.), τόμ. 2, (Αθήνα: Εκδοτικός Οίκος Ελευθερουδάκη, 1934), σ. 102)
  2. που έχει σχήμα τραπεζίου
     συνώνυμα: τραπεζιοειδής

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία