Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική τετρασυντονισμένος τετρασυντονισμένη τετρασυντονισμένο
γενική τετρασυντονισμένου τετρασυντονισμένης τετρασυντονισμένου
αιτιατική τετρασυντονισμένο τετρασυντονισμένη τετρασυντονισμένο
κλητική τετρασυντονισμένε τετρασυντονισμένη τετρασυντονισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τετρασυντονισμένοι τετρασυντονισμένες τετρασυντονισμένα
γενική τετρασυντονισμένων τετρασυντονισμένων τετρασυντονισμένων
αιτιατική τετρασυντονισμένους τετρασυντονισμένες τετρασυντονισμένα
κλητική τετρασυντονισμένοι τετρασυντονισμένες τετρασυντονισμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τετρασυντονισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τετρασυντονίζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

τετρασυντονισμένος, -η, -ο

  1. αυτός/αυτή/αυτό που έχει τετραπλά συντονιστεί
  2. (χημεία), (βιοχημεία), (ναυτικός όρος): αυτός/αυτή/αυτό που βρίσκεται υπό τετραπλό συντονισμό,

ΣημειώσειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία