Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σύρριζος η σύρριζη το σύρριζο
      γενική του σύρριζου της σύρριζης του σύρριζου
    αιτιατική τον σύρριζο τη σύρριζη το σύρριζο
     κλητική σύρριζε σύρριζη σύρριζο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σύρριζοι οι σύρριζες τα σύρριζα
      γενική των σύρριζων των σύρριζων των σύρριζων
    αιτιατική τους σύρριζους τις σύρριζες τα σύρριζα
     κλητική σύρριζοι σύρριζες σύρριζα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύρριζος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σύρριζος, -η, -ο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

στην ελληνιστική κοινή
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / σύρριζος τὸ σύρριζον
      γενική τοῦ/τῆς συρρίζου τοῦ συρρίζου
      δοτική τῷ/τῇ συρρίζ τῷ συρρίζ
    αιτιατική τὸν/τὴν σύρριζον τὸ σύρριζον
     κλητική ! σύρριζε σύρριζον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ σύρριζοι τὰ σύρριζ
      γενική τῶν συρρίζων τῶν συρρίζων
      δοτική τοῖς/ταῖς συρρίζοις τοῖς συρρίζοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς συρρίζους τὰ σύρριζ
     κλητική ! σύρριζοι σύρριζ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ συρρίζω τὼ συρρίζω
      γεν-δοτ τοῖν συρρίζοιν τοῖν συρρίζοιν
2η κλίση, ομάδα 'δύσκολος', Κατηγορία όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σύρριζος < λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σύρριζος, -ος, -ον

  1. (ελληνιστική κοινή) ενωμένος με τη ρίζα
  2. (ελληνιστική κοινή) που έχει άφθονες ρίζες

  ΠηγέςΕπεξεργασία