Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική συνοδευτικός συνοδευτική συνοδευτικό
γενική συνοδευτικού συνοδευτικής συνοδευτικού
αιτιατική συνοδευτικό συνοδευτική συνοδευτικό
κλητική συνοδευτικέ συνοδευτική συνοδευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνοδευτικοί συνοδευτικές συνοδευτικά
γενική συνοδευτικών συνοδευτικών συνοδευτικών
αιτιατική συνοδευτικούς συνοδευτικές συνοδευτικά
κλητική συνοδευτικοί συνοδευτικές συνοδευτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνοδευτικός < συνοδεύ(ω) + -τικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

συνοδευτικός, -ή, -ό

  1. που συνοδεύει κάτι
  2. (για άψυχα) συχνά το συνημμένο, που επεξηγεί κάτι άλλο, προσθέτει σημαντικές πληροφορίες ή ουσιώδεις λεπτομέρειες και πρέπει να συμπαρουσιαστεί ή να αποσταλεί μαζί με το κυρίως έγγραφο/έκθεση
    συνοδευτικό έγγραφο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία