Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η στείρα οι στείρες
      γενική της στείρας των στείρων
    αιτιατική τη στείρα τις στείρες
     κλητική στείρα στείρες
όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  1. στείρα < αρχαία ελληνική στεῖρα, θηλυκό του στεῖρος
  2. στείρα < αρχαία ελληνική στεῖρα < στερεός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στείρα θηλυκό

    1. θηλυκό του στείρος
    2. (παρωχημένο) βελέντζα που δεν έχει φλόκια ή της λείπει πυκνό πέλος
    1. (ναυτικός όρος) η πρωραία προέκταση της τρόπιδας που ανορθώνεται μέχρι το ανώτερο σημείο της πλώρης πλοίου, σκάφους ή λέμβου
      Η στείρα (ξύλινη ή μεταλλική δοκός) λαμβάνει την κλίση ανάλογα του τύπου της πλώρης του σκάφους, αποτελεί δε την ακμή της σύνδεσης των παρειών του σκάφους.
       συνώνυμα: κοράκι
       αντώνυμα: ποδόστημα, ποδόσταμο
    2. (ιχθυολογία) είδος ψαριού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

στείρα