Ετυμολογία

επεξεργασία
στάζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στάζω

στάζω, αόρ.: έσταξα (χωρίς παθητική φωνή)

  1. (για υγρό) πέφτω σε πολύ μικρές ποσότητες και σιγά σιγά
    ※  Μπροστά της είχε σχηματιστεί από το νερό που έσταζε από την οροφή μια λιμνούλα. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, 1987 [μυθιστόρημα])
  2. (κατ’ επέκταση) (για αντικείμενο) πέφτει ή εκκρίνεται σιγά σιγά υγρό που περιέχεται στο αντικείμενο ή που βρίσκεται πίσω από αυτό
    Πάλι στάζει η βρύση.
  3. (συνεκδοχικά) (για πρόσωπο) ρίχνω κάποιο υγρό σε μικρές ποσότητες
    Στάζουμε μερικές σταγόνες λάδι στο τηγάνι.
  4. (λαϊκότροπο) πληρώνω
    Στάξε τώρα και δυο χιλιάρικα για τα υλικά!
  5. τρατάρω
    Έλα γυναίκα, στάξε μας να πιούμε λίγη ρακή.

Εκφράσεις

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία
 ετυμολογικό πεδίο 
σταζ-, σταγ- 

  Μεταφράσεις

επεξεργασία



Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  στάζω   στάζομαι 
Παρατατικός  ἔσταζον   ἐσταζόμην 
Μέλλοντας  στάξω   στάξομαι & σταχθήσομαι 
Αόριστος  ἔσταξα   ἐσταξάμην & ἐστάχθην/ἐστάγην 
Παρακείμενος
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.

  Ετυμολογία

επεξεργασία
στάζω < *σταγ-jω, άγνωστης ετυμολογίας. → δείτε και τη λέξη σταγών. Δεν συνδέεται η λατινική stagnum (έλος).[1]

στάζω

Συνώνυμα

επεξεργασία

Αντώνυμα

επεξεργασία

Συγγενικά

επεξεργασία
 ετυμολογικό πεδίο 
σταζ-, σταγ- 

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. video@youtube 0'41'' ο Ρόμπερτ Κέννεντυ απαγγέλλει Αισχύλο, 1968. πρόσβαση:2021.03.15., βίντεο του ιδρύματος Robert F. Kennedy Human Rights.