Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σημειωματάριο τα σημειωματάρια
      γενική του σημειωματάριου των σημειωματάριων
    αιτιατική το σημειωματάριο τα σημειωματάρια
     κλητική σημειωματάριο σημειωματάρια
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σημειωματάριο < σημείωμα + -άριο

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /si.mi.o.maˈta.ɾi.o/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σημειωματάριο ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία