Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σάρωμα τα σαρώματα
      γενική του σαρώματος των σαρωμάτων
    αιτιατική το σάρωμα τα σαρώματα
     κλητική σάρωμα σαρώματα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάρωμα < σαρώνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάρωμα ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία