Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σάρωμα τα σαρώματα
      γενική του σαρώματος των σαρωμάτων
    αιτιατική το σάρωμα τα σαρώματα
     κλητική σάρωμα σαρώματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σάρωμα < σαρώνω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σάρωμα ουδέτερο

  1. το αποτέλεσμα του σαρώνω


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία