Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαρώνω < μεσαιωνική ελληνική σαρώνω < ελληνιστική κοινή σαρόω / σαρῶ < αρχαία ελληνική σαίρω < σάρον

  ΡήμαΕπεξεργασία

σαρώνω, πρτ.: σάρωνα, στ.μέλλ.: θα σαρώσω, αόρ.: σάρωσα, παθ.φωνή: σαρώνομαι, μτχ.π.π.: σαρωμένος

  1. σκουπίζω χρησιμοποιώντας ένα σάρωθρο (σκούπα)
  2. παρασέρνω τα πάντα στο πέρασμά μου καθώς κινούμαι με φοβερή ορμή, καταστρέφω ολοσχερώς κάτι
  3. έχω μια εντυπωσιακή επιτυχία, πχ σε διαγωνισμό
  4. ψάχνω ή πηγαίνω σε κάθε πιθανό σημείο
  5. (τεχνολογία) ψηλαφώ έντυπο ή άλλο αντικείμενο δια φωτεινής ακτινοβολίας και το αναπαριστάνω ψηφιακά

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία