Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σαρωτής σαρωτές
γενική σαρωτή σαρωτών
αιτιατική σαρωτή σαρωτές
κλητική σαρωτή σαρωτές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σαρωτής < σαρώνω, απόδοση του αγγλικού scanner

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σαρωτής αρσενικό

  1. (πληροφορική) συσκευή που σαρώνει μια επιφάνεια με κείμενο ή εικόνες και δημιουργεί ένα ψηφιακό αρχείο με τα περιεχόμενά της το οποίο μπορεί να αποθηκευτεί σε ηλεκτρονικό υπολογιστή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία