↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ρινόκερος οι ρινόκεροι
      γενική του ρινόκερου των ρινόκερων
    αιτιατική τον ρινόκερο τους ρινόκερους
     κλητική ρινόκερε ρινόκεροι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ρινόκερος < ῥινόκερως < ῥις + κέρας

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ρινόκερος αρσενικό

 
Ένας ρινόκερος.

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία