Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρίγα ρίγες
γενική ρίγας ριγών
αιτιατική ρίγα ρίγες
κλητική ρίγα ρίγες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρίγα < από το ιταλικό riga. Πιθανώς προέρχεται από το λατινικό regula.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ρίγα θηλυκό

  1. χάρακας Η λέξη χρησιμοποιείται ακόμη στην Κύπρο και την Κρήτη.
    Τράβηξε μια γραμμή με τη ρίγα του.
  2. Ευθεία γραμμή στα υφάσματα.
    ...

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία