Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προσωπίδα οι προσωπίδες
      γενική της προσωπίδας των προσωπίδων
    αιτιατική την προσωπίδα τις προσωπίδες
     κλητική προσωπίδα προσωπίδες
όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσωπίδα < ελληνιστική κοινή προσωπίς < αρχαία ελληνική πρόσωπον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προσωπίδα θηλυκό

  1. είδος μάσκας που φοριέται σε διάφορες περιστάσεις, όπως κατά την εργασία για προστασία, ή την περίοδο των Απόκρεω για διασκέδαση
  2. (κυριολεκτικά) (μεταφορικά) προσωπείο
  3. μεμβράνη που ενίοτε καλύπτει το κεφάλι νεογέννητου παιδιού
     συνώνυμα: σκέπη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία