Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πρεσβύτερος οι πρεσβύτεροι
      γενική του πρεσβυτέρου
& πρεσβύτερου
των πρεσβυτέρων
& πρεσβύτερων
    αιτιατική τον πρεσβύτερο τους πρεσβυτέρους
& πρεσβύτερους
     κλητική πρεσβύτερε πρεσβύτεροι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρεσβύτερος < αρχαία ελληνική , συγκριτικός βαθμός του πρέσβυς

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πρεσβύτερος, -η, -ο

  1. ο μεγαλύτερος σε ηλικία από κάποιον άλλον, ο γεροντότερος

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

νεότερος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

πρεσβύτερος αρσενικό

  1. ηλικιωμένος άντρας

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

πρεσβύτερος αρσενικό , πρεσβυτέρα θηλυκό

  1. παντρεμένος παπάς