Ετυμολογία

επεξεργασία
περιχώρησις < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιχώρησις < αρχαία ελληνική περιχωρέω / περιχωρῶ < περί + χωρέω / χωρῶ

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

περιχώρησις θηλυκό (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο περιχώρησις)

  • (χριστιανισμός) περιχώρηση (δείτε περιχώρησις (ελληνιστική κοινή))
    ※  7ος/8ος αιώνας Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, κεφ. 52
    δύο γάρ εἰσιν αἱ φύσεις τοῦ Χριστοῦ λόγῳ καὶ τρόπῳ τῆς διαφορᾶς. Ἡνωμέναι γὰρ καθ᾿ ὑπόστασιν καὶ τὴν ἐν ἀλλήλαις περιχώρησιν ἔχουσαι ἀσυγχύτως ἥνωνται, τὴν οἰκείαν ἑκάστη φυσικὴν διαφορὰν διασῴζουσα.
    ※  14ος αιώνας Γρηγόριος Παλαμάς, ΛΟΓΟΙ ΑΠΟ∆ΕΙΚΤΙΚΟΙ ∆ΥΟ ΠΕΡΙ ΕΚΠΟΡΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ, τόμος 1, 42 @catholiclibrary.org
    Ὅταν δέ τήν αἰτίαν ζητῶμεν τῆς ἀρρήτου ἐκείνης καί ὑπέρ πάντα νοῦν πρός ἄλληλα σχέσεως καί τῆς ὑπερβαλλούσης συμφυΐας καί τῆς ἀπερινοήτου τε καί ἀφθέγκτου περιχωρήσεως, αὐτόν αὖθις εὑρίσκομεν καί κηρύττομεν τόν Πατέρα, αὐτόν ἕνωσιν, αὐτόν σύνδεσμον, αὐτόν καί Πατέρα καί προβολέα καί συνοχέα γινώσκοντες τοῦ γεννήματός τε καί τοῦ προβλήματος˙ καί οὕτω μένον καί ἀρχήν αὐτῶν ἐκεῖνον τιθέμεθα.

Συγγενικά

επεξεργασία



↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική περιχώρησῐς αἱ περιχωρήσεις
      γενική τῆς περιχωρήσεως τῶν περιχωρήσεων
      δοτική τῇ περιχωρήσει ταῖς περιχωρήσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν περιχώρησῐν τὰς περιχωρήσεις
     κλητική ! περιχώρησῐ περιχωρήσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  περιχωρήσει
γεν-δοτ τοῖν  περιχωρησέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
περιχώρησις < περιχωρέω/περιχωρῶ, περιχωρη- + -σις < περι- + χωρέω / χωρῶ [1]

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

περιχώρησις, -εως θηλυκό

  1. περιστροφή
    ※  5ος πκε αιώνας Αναξαγόρας, Αποσπάσματα από τον Σιμπλίκιο 6ος κε αιώνας: Περί φύσεως (Simplicius)
    καὶ ὁποῖα ἔμελλεν ἔσεσθαι καὶ ὁποῖα ἦν, ἅσσα νῦν μὴ ἔστι, καὶ ὅσα νῦν ἐστι καὶ ὁποῖα ἔσται, πάντα διεκόσμησε νοῦς, καὶ τὴν περιχώρησιν ταύτην, ἥν νῦν περιχωρέει τὰ τε ἄστρα καὶ ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ ὁ ἀὴρ και ὁ αἰθὴρ οἱ ἀποκρινόμενοι. ἡ δὲ περιχώρησις αὐτὴ ἐποίησεν ἀποκρίνεσθαι
    λείπει η μετάφραση
    ※  Αποσπάσματα από τον Σιμπλίκιο 6ος κε αιώνας: Αναξαγόρας: Αριστοτέλης, 300, 27 Περί φύσεως (Simplicius)
    κινουμένων δὲ καὶ διακρινομένων ἡ περιχώρησις πολλῷ μᾶλλον ἐποίει διακρίνεσθαι.
    λείπει η μετάφραση
  2. (ελληνιστική σημασία , χριστιανισμός) η περιχώρηση: συνύπαρξη των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος μέσα στην Αγία Τριάδα, η ένωση της θείας και της ανθρώπινης φύσης στον Ιησού Χριστό «ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀχωρίστως, ἀδιαιρέτως»[2]
    ※  4ος/5ος κε αιώνας Κύριλλος Α΄ Αλεξανδρείας, De sancta trinitate, κεφ. ΚΔ' @catholiclibrary.org
    ∆ιὰ γὰρ τῆς ἑνώσεως δηλοῦται τί ἔσχεν ἑκάτερον ἐκ τῆς τοῦ συνυφεστῶτος αὐτῷ ἁρμογῆς καὶ περιχωρήσεως. ∆ιὰ γὰρ τὴν καθ' ὑπόστασιν ἕνωσιν, ἡ σὰρξ τεθεῶσθαι λέγεται, καὶ Θεὸς γενέσθαι, καὶ ὁμόθεος τῷ Λόγῳ, καὶ ὁ Θεὸς Λόγος σαρκωθῆναι, καὶ ἄνθρωπος γενέσθαι, καὶ κτίσμα λέγεσθαι, καὶ ἔσχατος καλεῖσθαι, οὐχ ὡς τῶν δύο φύσεων μεταβληθεισῶν εἰς μίαν φύσιν σύνθετον· ἀδύνατον γὰρ ἐν μιᾷ φύσει ἅμα τὰ ἐναντία φυσικὰ γενέσθαι· ἀλλ' ὡς τῶν δύο φύσεων καθ' ὑπόστασιν ἑνωθεισῶν, καὶ τὴν εἰς ἀλλήλας περιχώρησιν ἀσύγχυτον καὶ ἀμετάβλητον ἐχουσῶν. Ἡ δὲ περιχώρησις οὐκ ἐκ τῆς σαρκὸς, ἀλλ' ἐκ τῆς θεότητος γέγονεν. Ἀδύνατον γὰρ τὴν σάρκα περιχωρῆσαι διὰ τῆς θεότητος· ἀλλ' ἡ θεία φύσις ἅπαξ περιχωρήσασα διὰ τῆς σαρκὸς ἔδωκε καὶ τῇ σαρκὶ τὴν πρὸς αὐτὴν ἄῤῥητον περιχώρησιν, ἣν δὴ ἕνωσιν λέγομεν.

Συγγενικά

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. περιχώρηση - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. περιχώρηση - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)