Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ογδοηκονταετηρίδα ογδοηκονταετηρίδες
γενική ογδοηκονταετηρίδας ογδοηκονταετηρίδων
αιτιατική ογδοηκονταετηρίδα ογδοηκονταετηρίδες
κλητική ογδοηκονταετηρίδα ογδοηκονταετηρίδες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ογδοηκονταετηρίδα < ὀγδοηκονταετηρίς, καθαρεύουσα < ὀγδοήκοντα + ἐτηρίς (κατ αναλογία προς τα αρχαιοελληνικά πεντηκονταετηρίς, τριετηρίς, διετηρίς κ.λπ.)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ογδοηκονταετηρίδα θηλυκό

  1. περίοδος ογδόντα ετών
  2. επέτειος ογδόντα ετών από ένα σημαντικό γεγνός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία